χαμαιδάφνη

χᾰμαι-δάφνη, ,
A periwinkle, Vinca herbacea, Thphr.HP3.18.13, Plin.HN21.172.
2 = δάφνη Ἀλεξανδρεία, Dsc.4.147, Plin.HN24.132.
3 = δαφνοειδές, Dsc.4.146.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • χαμαιδάφνη — periwinkle fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χαμαιδάφνῃ — χαμαιδάφνη periwinkle fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χαμαιδάφνη — η, ΝΜΑ είδος χαμηλής δάφνης. [ΕΤΥΜΟΛ. < χαμ(αι) * + δάφνη] …   Dictionary of Greek

  • χαμαιδάφνην — χαμαιδάφνη periwinkle fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χαμαιδάφνης — χαμαιδάφνη periwinkle fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • CHAMAEDAPHNE — Graece Χαμαιδάφνη, Alexandrea lurus est dicta, Dioscoridi, Χαμαιδάφνη, οἱ δὲ καὶ ταύτην Α᾿λεξάνδρειαν καλοῦσι, et Stephano; quorum ille Chamaedaphnae hoc proprium tribuit, quod fructum ferat, τοῖς φύλλοις ἐπιπεφυκότα, i. e. in tergo foliorum… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • δάφνη — (daphnae).Γένος δικοτυλήδονων φυτών της οικογένειας των θυμελαϊδών. Η ελληνική χλωρίδα περιλαμβάνει οκτώ είδη, από τα οποία τα πιο διαδεδομένα είναι η δ. η μεζέρεια, η δ. η κνέωρη και η δ. η δαφνοειδής.Η πρώτη συναντάται στα δάση της χώρας μας.… …   Dictionary of Greek

  • δαφνοειδής — ές (Α δαφνοειδής, ές) όμοιος με δάφνη νεοελλ. 1. το ουδ. ως ουσ. το δαφνοειδές γένος θυμελαιοειδών φυτών τών οποίων είδη είναι το δαφνοειδές το κνίδιο (χολόχορτο) και δαφνοειδής η χαμελαία (λυκονουρά, χαμολιά) 2. (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τα… …   Dictionary of Greek

  • υπελάτη — ἡ, Α [ἐλάτη] το θαμνώδες φυτό χαμαιδάφνη …   Dictionary of Greek

  • χαμ(αι)- — α συνθετικό πολλών λέξεων όλων τών περιόδων τής Ελληνικής, το οποίο ανάγεται στο επίρρημα χαμαί* και δηλώνει ότι κάτι υπάρχει, βρίσκεται ή γίνεται κάτω, στο έδαφος, καταγής, χαμηλά (πρβλ. χαμαι βάμων, χαμ ερπής), χρησιμοποιήθηκε, όμως, και… …   Dictionary of Greek

  • χαμαιδάφναι — χαμαιδάφνᾱͅ , χαμαιδάφνη periwinkle fem dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.